Μία πόλη. Δεν έχει σημασία ποια. Ο ήλιος δύει πίσω από τις μεγάλες πολυκατοικίες ή τα μικρά σπιτάκια. Εξαφανίζεται πίσω από τα ψηλά βουνά ή βυθίζεται μέσα στα γαλανά νερά της θάλασσας και σημαδεύει τη λήξη άλλης μίας κοινής μέρας για τους κατοίκους. Το πέπλο της νύχτας καλύπτει κάθε άκρη του τόπου και στέλνει τους ανθρώπους στα ζεστά κρεβάτια τους. Αγόρια και κορίτσια τοποθετούν τα παιχνίδια τους στα αυτοσχέδια καταφύγιά τους. Οι γονείς φιλούν απαλά τα παιδιά τους πριν τα αποχωριστούν για την άναστρη βραδιά. Γιαγιάδες και παππούδες ρίχνουν μία τελευταία ματιά στις φωτογραφίες των απογόνων τους πριν αγκαλιάσουν τη ζεστή κουβέρτα του κρεβατιού τους και παραδοθούν στα όνειρα που πλάθουν οι πολλές αναμνήσεις τους. Μερικοί μόνο άνθρωποι βγαίνουν έξω από τα σπίτια τους τρίβοντας τα νυσταγμένα μάτια τους για να ξεκινήσουν τις βάρδιές τους ή για να αναζητήσουν λήθη και ευτυχία στο ποτό.
Η ώρα περνάει και η πόλη ησυχάζει. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι το απαλό θρόισμα των φύλλων καθώς λικνίζονται στο νυχτερινό αέρα και μερικά γέλια νέων που γυρνούν στα σπίτια τους έχοντας περάσει τη νύχτα απολαμβάνοντας πλήρως την ανεμελιά των χρόνων τους.
Μία πόλη. Δεν έχει σημασία ποια. Οι πρώτες αχτίδες του πρωινού ήλιου κυνηγούν το σκοτάδι της νύχτας. Αργά, αργά το βαθύ μπλε αντικαθίσταται από πορτοκαλί. Μία λωρίδα από το βαθυκόκκινο ήλιο ξεπροβάλει από τον ορίζοντα. Και τότε, ανάμεσα στο κελάηδισμα των κορυδαλλών, ένα σφύριγμα διαπερνά τον αέρα. Ακολουθείται από μία μακρινή έκρηξη. Κανένας από τους δύο νέους ήχους δεν είναι αρκετά ισχυρός ώστε να ανιχνευτεί από τα αυτιά των ανθρώπων. Μα κάποιοι και πάλι ξυπνούν. Ένα σφίξιμο στις καρδιές τους προμηνύει αυτό που είναι, αλλά ακόμα οι ίδιοι δεν ξέρουν. Ένας πόνος κατακλύζει τα πνευμόνια τους και η αναπνοή δυσκολεύει. Ένα αίσθημα ότι κάτι έχει αλλάξει κυριεύει το νου τους και κάθε άλλη σκέψη είναι αδύνατη.
Κάποιοι θα ξαναπέσουν για ύπνο, λέγοντας στους εαυτούς τους ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κακό όνειρο, μία ιδέα, μία τρέλα. Εν μέρει έχουν δίκιο. Όλοι όμως αργά ή γρήγορα θα ανοίξουν τις τηλεοράσεις τους ή θα μιλήσουν στο γείτονά τους και θα έρθουν αντιμέτωποι με την αναπόφευκτη αλήθεια. Γιατί το σώμα τους δεν έκανε λάθος. Η ζωή τους έχει αλλάξει για πάντα. Ένα λεπτό ήταν αρκετό. Δύο ήχοι, ο ένας μετά τον άλλον, ήταν το μόνο που χρειαζόταν για να στραγγίσει κάθε γαλήνη από τις επόμενες νύχτες τους. Ακόμα και αν οι ίδιοι δεν τους άκουσαν ποτέ, ακόμα και αν αφού έμαθαν για αυτούς δεν τους καταλαβαίνουν.
Κάποιοι θα κυνηγήσουν την ασφάλεια, για το καλό το δικό τους και των παιδιών τους. Κάποιοι θα αποφασίσουν να την υπερασπιστούν για τους ίδιους λόγους, κι ας κρεμούν την ταμπέλα της αβεβαιότητας στο δικό τους μέλλον. Κάποιοι θα σταθούν με την πόλη τους, κάποιοι θα την προδώσουν. Η πόλη δε θα έχει πια κατοίκους. Μόνο στρατιώτες και αμάχους. Με λίγη τύχη, οι δεύτεροι θα την εγκαταλείψουν περπατώντας και όχι στους ώμους κάποιων άλλων.
Μία πόλη. Δεν έχει σημασία ποια. Σύντομα θα περικυκλωθεί από ξένους που στρέφουν απειλητικά τις κάνες των όπλων τους εναντίων της. Κι όμως οι σκέψεις τους κατά πλειοψηφία δε διαφέρουν από αυτές εκείνων που απειλούν. Θεέ μου, άσε με να ζήσω…
Οι μέρες περνούν και τα αίματα βράζουν. Άνθρωποι χάνουν τις ζωές τους και οι ζωντανοί την ανθρωπιά τους. Ο θάνατος είναι δύναμη που αγγίζει τόσο αυτόν που παίρνει όσο και τους γύρω του. Μία φλόγα καίει μέσα τους, μία σκέψη εκείνων που προστατεύουν, εκείνων που αφήνουν πίσω, εκείνων που είναι μακριά αλλά και εκείνων που έχουν δίπλα τους. Και αυτή όμως δύσκολα κρατιέται στη ζωή μέσα στο αίμα και στα χαλάσματα.
«Αβρός μην μπεις σ’ εκείνη την καλή νυχτιά. Οργίσου, οργίσου ενάντια στου φωτός το πέρας»
Ένα «γιατί» κατοικεί σε κάθε στόμα. Μικρών, μεγάλων, της μίας πλευράς ή της άλλης. Ένα «γιατί» είναι σίγουρο να στάξει από τη γλώσσα τους, είναι σίγουρο να περάσει από το μυαλό τους. Πολλές απαντήσεις έρχονται να το σβήσουν, καμιά όμως δεν μπορεί να το κάνει για πάντα. Γιατί κάθε λεπτό που περνά άλλη μία καρδιά σταματά για πάντα να χτυπά.
Τα παιχνίδια πλέον έχουν καταπλακωθεί από τα πεσμένα κτήρια. Οι γονείς φιλούν τα παιδιά τους καληνύχτα στα έγκατα της γης ή στο πλάι του δρόμου. Πολλοί παππούδες και γιαγιάδες έκλεισαν τα μάτια τους για τελευταία φορά κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη ενός πυραύλου. Η μακρά ζωή αναμνήσεων τους δέσμευσε την καρδιά τους στην πατρίδα τους τόσο όσο η ηλικία τους εγκλώβισε το σώμα τους.
Μία πόλη. Όχι, δεν έχει σημασία ποια. Μπορεί να ‘χει πλούτο ανεκτίμητο. Μπορεί κάποτε να ανήκε σε κάποιους άλλους. Μπορεί κάποιος να έχει πείσει τον κόσμο ότι σε αυτήν κατοικούν δαίμονες και τέρατα αποκρουστικά. Οι στρατιώτες που θα την αλώσουν ίσως καταλάβουν ότι κανένα από αυτά δεν ήταν ποτέ αρκετό. Θα δουν πρώτοι την «καλή» τους τη δουλειά. Τα παιδιά που ποτέ ξανά δε θα γελάσουν, τα μάτια που ποτέ ξανά δε λάμψουν ζωντανά. Κάποιος θα πετάξει το όπλο του κάτω. Μετά ένας ακόμα. Κάποιοι ίσως το στρέψουν προς αυτόν που τους οδήγησε σε αυτή την πράξη.
Κάποια στιγμή, μία διαταγή φόνου, μία διαταγή καταστροφής, δε θα είναι τίποτε άλλο παρά μία ιατρική καταδίκη σε άσυλο. Όμως φοβάμαι πως ακόμα και αν συμβεί κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν κανείς δε σηκώσει ξανά ποτέ το όπλο του εναντίων ενός άλλου, κάποια στιγμή οι άνθρωποι μπορεί να ξεχάσουν τις επιπτώσεις αυτού. Το έχουν κάνει ήδη τόσες φορές εξάλλου.
Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση; Ελπίζω όχι, γιατί τότε πραγματικά σαν είδος είμαστε καταδικασμένοι. Πόσα χρόνια θα κάνει η θεωρία του Δαρβίνου για να μας μεταφέρει στο επόμενο στάδιο; Πιθανόν χρόνια που δεν έχουμε. Ας εξελιχτούμε λοιπόν με το ζόρι. Οι ήρωες σφυρηλατούνται στη φωτιά, ναι, αλλά το ίδιο και τα τέρατα. Και τίποτα δεν μπορεί να καλύψει τις κραυγές αυτών που καίγονται για να θρέψουν την πυρά.



